A Chorus Line
Έγινε ενημέρωση: 13 Απρ 2020

Συντελεστές: Μουσική: Marvin Hamlisch Στίχοι: Edward Kleban Book: James Kirkwood Jr. , Nicholas Dante Χορογραφία: Michael Bennett (μαζί με τον Bob Avian) Σκηνοθεσία (Θεατρική): Michael Bennett Αρχική Θεατρική Παραγωγή: Joseph Papp
Εκδοχές:

Πρωτότυπη Εκδοχή: Παραγωγή Off Broadway The Public Theater 1975 (15 Απριλίου)
Πρώτη Παραγωγή στο Broadway:
Shubert Theatre 1975 (25 Ιουλίου)
Ερμηνεύουν: Robert LuPone Donna McKechnie
Κινηματογραφική Εκδοχή: A Chorus Line 1985 (Columbia Pictures) Σκηνοθεσία: Richard Attenborough Χορογραφία: Jeffrey Hornaday Πρωταγωνιστούν: Michael Douglas Alyson Reed
Άλλες Εκδοχές: 1976: West End 1976: Toronto 1977: Sydney 1978: Mexico 1979: Stockholm 1980: Buenos Aires 2006: San Francisco 2006: Broadway Revival 2010: Mexico 2012: Melbourne and Adelaide 2012: Singapore 2012: Sydney 2013: West End revival
Βραβεία:
1976: 12 Υποψηφιότητες για βραβείο Tony
9 βραβεία Tony (Best Musical, Best Book of Musical, Best Leading Actress – Donna McKechnie, Best Featured Actor – Sammy Williams, Best Featured Actress – Kelly Bishop, Best Original Score, Best Direction, Best Choreography, Best Lighting Design)
7 Drama Desk Awards (Outstanding Musical, Book Of Musical, Outstanding Actress – Kelly Bishop, Donn McKechnie, Outstanding Director, Outstanding Choreography, Outstanding Music, Outstanding Lyrics) 1 βραβείο Pulitzer (Pulitzer Prize for Drama) 1 Special Theatre World Award 1984: 1 βραβείο Tony για το μακροβιότερο μιούζικαλ εν δράση 1985: 3 βραβεία Oscar για την κινηματογραφική εκδοχή του μιούζικαλ (Best Original Song, Best Film Editing, Best Sound Mixing) 2 Υποψηφιότητες για βραβείο Golden Globe (Best Motion Picture/Musical or Comedy, Best Director) 2007: 2 Υποψηφιότητες για βραβείο Tony (Best Revival, Best Featured Actress)

Υπόθεση: Το έργο ακολουθεί τη διαδικασία ακρόασης και επιλογής χορευτών για την πλαισίωση ενός μιούζικαλ στο Boradway. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης οι χορευτές μοιράζονται μεταξύ τους και με το παραγωγό το παρελθόν τους, τα γεγονότα της ζωής που τους στιγμάτισαν, τους λόγους που χορεύουν, καθώς και τα όνειρά τους. Οι εξομολογήσεις αυτές οδηγούν και στην τελική επιλογή του chorus.
Άλλες πληροφορίες
Οι Συνεντεύξεις: Το έργο προέκυψε από μια σειρά ηχογραφημένων συζητήσεων/συνεντεύξεων μεταξύ των χορευτών Michon Peacock και Tony Stevens, και μιας ομάδας χορευτών του Broadway. Αρχικά σκοπός των οργανωτών ήταν η δημιουργία μιας χορευτικής ομάδας για την οργάνωση σεμιναρίων πάνω στο χορό. Στη συνέχεια ενεπλάκη και ο Michael Bennett, αρχικά ως παρατηρητής, και μετά με πιο ενεργό ρόλο. Οχτώ από τους συμμετέχοντες κατέληξαν στο αρχικό καστ του μιούζικαλ A Chorus Line.
Marvin Hamlisch (1944-2012)

Παιδί-θαύμα, ο Marvin Hamlisch από μικρός ήξερε πως το μέλλον του και το πάθος του ήταν η μουσική. Μόλις στα επτά του χρόνια έγινε δεκτός στη φυτώριο της σχολής Julliard, και από τότε η καριέρα του ως μουσικού, συνθέτη και διευθυντή ορχήστρας συνεχώς μεγάλωνε. Έχει συνθέσει μουσική για πολλές ταινίες, όπως The Sting, The Way We Were, Sophie’s Choice, και διατέλεσε διευθυντής ορχήστρας σε συμφωνικές ορχήστρες σε όλο τον κόσμο. Έχει κερδίσει Emmy, Grammy, Oscar, Tony και Pulitzer Prize. Είναι ένας από τους δύο ανθρώπους που έχουν ποτέ παραλάβει και τα πέντε αυτά βραβεία.
Concept Musical Η πρωτοποριακή αιχμή του A Chorus Line οφείλεται εν μέρει στο γεγονός πως κατατάσσεται σε ένα νέο για την εποχή είδος μιούζικαλ. Ονομάζεται Concept Musical, γιατί πραγματεύεται κοινωνικά και πολιτιστικά φαινόμενα και δεν στηρίζει τη πλοκή σε μια ρομαντική ή τραγική ιστορία. Είναι χαρακτηριστική η σχέση του Michael Bennett με αυτό το είδος, καθώς εισήγαγε τη νέα αυτή δυναμική στα μιούζικάλ του σε συνεργασία με τους Stephen Sondheim (λιμπρετίστας) και Hal Prince (παραγωγός) - οι οποίοι θεωρούνται και πατεράδες του είδους. Παραδείγματα που προηγούνται του A Chorus Line είναι τα έργα Company (1970) και Follies (1971) των παραπάνω συντελεστών και του Michael Bennett. Το A Chorus Line, συγκεκριμένα, πραγματεύεται τη ζωή και την καθημερινότητα των καλλιτεχνών του Broadway, καθώς και το μεγάλο φορτίο πίεσης που βιώνουν στην εργασία τους. Επίσης αγγίζει θέματα όπως οι μειονότητες, η ομοφυλοφιλία, η φτώχεια, η εγκατάλειψη μέσα στην οικογένεια, ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής ομορφιάς κ.α..
Michael Bennett

Από τους συντελεστές της αρχικής παραγωγής ένα όνομα φαντάζει περισσότερο από τα άλλα, και αυτό είναι του Michael Bennett. Η μεγάλη και επιτυχημένη καριέρα του ως χορογράφου τον κατατάσσει στο Hall of Fame των μεγάλων καλλιτεχνών του χώρου. Γεννημένος 8 Απρίλη 1943 στο Μπούφαλο της Νέας Υόρκης, ο Michael Bennett ήταν χορευτής, χορογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης μουσικού θεάτρου. Κέρδισε εφτά βραβεία Tony για σκηνοθεσία και χορογραφία σε παραστάσεις του Broadway, και υποψηφιότητες για άλλες έντεκα. Σπούδασε χορό και χορογραφία στα εφηβικά του χρόνια, και ανέβασε αρκετές παραστάσεις στο τοπικό λύκειο. Αφού έπαιξε το ρόλο του Baby John στο West Side Story σε περιοδείες στις Η.Π.Α. και στην Ευρώπη, άρχισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία στο Broadway ως χορευτής στα μιούζικαλ των αρχών του '60, όπως Subways Are For Sleeping, Here’s Love και Bajour. Έκανε το ντεμπούτο του ως χορογράφος στην δώδεκα παραστάσεων αποτυχία, A Joyful Noise (1966), την οποία ακολούθησε μία ακόμα αποτυχία, Henry And Sweet Henry. Η πρώτη του επιτυχία έφτασε το 1968 με το Promises, Promises, όπου δημιούργησε αρκετές πρωτότυπες και ζωντανές χορογραφίες για τη σύγχρονη μουσική που συνέθεσαν οι Burt Bacharach και Hal David. Κατά τα επόμενα χρόνια χορογράφησε το μούζικαλ Coco (1969) με την Katharine Hepburn, δύο παραστάσεις του Stephen Sondheim, Company (1970) και Follies (1971), καθώς και το Seesaw (1973), του οποίου επίσης ήταν ο σκηνοθέτης και ο στιχουργός. Τότε, ήρθε το A Chorus Line το 1975. Ως χορογράφος και σκηνοθέτης του, ο Bennett αφιέρωσε αρκετά χρόνια της ζωής του στις παραστάσεις κάνοντας οντισιόν, πρόβες, και σκηνοθετώντας παραγωγές σε ολόκληρο τον κόσμο. Αρνήθηκε να ξοδέψει περαιτέρω χρόνο για μια κινηματογραφική εκδοχή του, και έτσι η ανέμπνευστη μεταφορά του από τον Richard Attenborough βγήκε στις αίθουσες το 1985. Το επόμενο μιούζικαλ του Bennett ήταν το σύντομης ζωής Ballroom (1978), αλλά είχε και μία ακόμα επιτυχία, το Dreamgirls το 1981, το οποίο και του χάρισε το έβδομο και τελευταίο του Tony. Στις αρχές του '80 πειραματιζόταν με διάφορα projects, συμπεριλαμβανομένου ενός άλλου μιούζικαλ, το Scandal, αλλά τίποτα από αυτά δεν πραγματοποιήθηκε. Το 1985 υπέγραψε ως σκηνοθέτης του Chess, αλλά χρειάστηκε να αποσυρθεί τον Ιανουάριο του 1986 λόγω της αρρώστιας του. Αργότερα την ίδια χρονιά πούλησε την περιουσία του στη Νέα Υόρκη και μετακόμισε στο Τούκσον της Αριζόνα, όπου και έμεινε έως και τοn θάνατό του από AIDS.
Κινηματογραφική Χορογραφία
Η πρωτοποριακή συμβολή του Bennett στη συγκεκριμένη παραγωγή αφορούσε κυρίως την εισαγωγή μιας νέας τεχνικής με την ονομασία cinematic staging. Ακριβώς όπως υπονοεί το όνομα, ο χορογράφος, δανειζόμενος την τεχνική του κινηματογράφου όπου οι σκηνές διαφορετικού περιεχομένου διαδέχονται η μια την άλλη, εφάρμοσε την ίδια λογική στη σκηνοθεσία του A Chorus Line στο θέατρο. Η προσοχή του κοινού στρέφεται κάθε φορά σε διαφορετικό σημείο της σκηνής, θυμίζοντας κινηματογραφική εναλλαγή.
Εσωτερικές Αναταραχές Ο Michael Bennett στηριζόμενος στο γεγονός πως υπήρξε μέρος της δημιουργικής διαδικασίας του A Chorus Line, δήλωσε απερίσκεπτα πως το έργο αποτελεί πνευματική του δημιουργία και ιδιοκτησία, κάτι που οδήγησε σε ρήξη μεταξύ των συντελεστών και σε μια σειρά μηνύσεων.
Η Ταινία: Όταν το Hollywood εξέφρασε την επιθυμία να μεταφέρει το μιούζικαλ στη μεγάλη οθόνη, ένα μεγάλο κομμάτι των συντελεστών και του καστ αρνήθηκε να συμμετάσχει, με τη δικαιολογία πως δύσκολα μπορεί να αποδοθεί το έργο ικανοποιητικά στο φιλμ. Ως χορογράφος και σκηνοθέτης, ο Bennett αφιέρωσε αρκετά χρόνια της ζωής του στις παραστάσεις κάνοντας οντισιόν, πρόβες και σκηνοθετώντας παραγωγές σε ολόκληρο τον κόσμο. Αρνήθηκε να ξοδέψει περαιτέρω χρόνο για τη κινηματογραφική εκδοχή και έτσι η ανέμπνευστη μεταφορά του από τον Richard Attenborough βγήκε στις αίθουσες το 1985. Πολλά τραγούδια έλειπαν ή άλλαξαν ρόλο στη ταινία, και αιχμηρής φύσης κομμάτια παραλείφθηκαν. Μέρος της κινηματογραφικής κοινότητας συμφώνησε με τους συντελεστές πως η κινηματογραφική εκδοχή στερούνταν δύναμης και ειλικρίνειας σε σχέση με τη θεατρική εκδοχή.
Η Μαντόνα: Σύμφωνα με τον Attenborough, η Μαντόνα, χρησιμοποιώντας το πραγματικό της όνομα τότε, πήρε μέρος στην ακρόαση για ένα ρόλο στη ταινία, άλλα απορρίφθηκε.
Τα Μουσικά Νούμερα:
I Hope I Get It: Το νούμερο αυτό ανοίγει το σόου, και διαρκεί 10 λεπτά. Αποτελείται από μέρη, ένα από τα οποία είναι και η χορογραφία της ακρόασης στην οποία εξετάζονται οι χορευτές. Πόδια, χέρια, ιπτάμενες φιγούρες αποκαλύπτουν την απαιτητική φύση της οντισιόν. Οι στυλιστικές και κινησιολογικές διαφορές μεταξύ των χορευτών, τα λάθη και τα σταβοπατήματα είναι σκηνοθετημένα, ώστε να αποδίδεται ρεαλιστικά η αίσθηση της ακρόασης και να τονίζεται η μοναδικότητα κάθε χορευτή.
One: Το One είναι η χορογραφία που κλείνει την παράσταση, και το νούμερο στο οποίο οι χορευτές κυνηγάνε μια θέση καθ'όλη τη διάρκεια του έργου. Τα ρούχα της πρόβας εξαφανίζονται, και τη θέση τους παίρνουν πανομοιότυπες ολόσωμες χρυσές στολές, που αποδίδουν το γκλάμουρ και τη λάμψη της σκηνής του Broadway. Οι χορευτές εκφράζουν στον χορό τους και στο τραγούδι την απόλυτη ικανοποίηση και ευτυχία που τους προσφέρει η παρουσία τους στη σκηνή. Ενώ στην αρχή του One οι συμμετέχοντες παρουσιάζονται ξεχωριστά, όσο προχωράει το νούμερο οι άνθρωποι εξαφανίζονται και τη θέση τους παίρνει το σύνολο, η ομοιογένεια και ο απόλυτος συγχρονισμός. Πρόθεση του Bennett ως σκηνοθέτη ήταν να εκφράσει αυτή την αντίθεση, την μοναδικότητα κάθε καλλιτέχνη και πως αυτή χάνεται στο chorus ενός σόου. Ο ίδιος είπε για το έργο «Θέλω το κοινό να βγαίνει από το θέατρο λέγοντας ‘Αυτά τα παιδιά δεν θα έπρεπε να χορεύουν στο chorus!’. Και θέλω οι άνθρωποι του κοινού να πάνε αργότερα σε άλλες παραστάσεις και να σκεφτούν τη δουλειά πίσω από το chorus που βλέπουν... (Το νούμερο) τελειώνει με τους χορευτές να κλωτσάνε τον αέρα. Αυτό είναι. Αυτό είναι το τέλος του έργου. Δεν υπάρχουν υποκλίσεις. Δεν πιστεύω σε υποκλίσεις, μόνο στο τέλος. Αυτή είναι η ζωή του χορευτή».




Σχόλια